Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο Σκηνοθέτης - Ποιήματα Απελπισίας

Ένας άνδρας με κάμερα στο βάθος και μπροστά ένα ψαλίδι να μοντάρει μια ταινία, αντανακλώντας ψυχολογική απόγνωση και ταραχή.
Το Σκοτεινό Μοντάζ του Σκηνοθέτη

Το παρορμητικό κορίτσι
καβάλα σ’ έναν κύκνο
ξέφυγε τον Παρνασσό.
Η Καλλιόπη έχει εξοργιστεί.

Έριξε την ηθική της
στο φαράγγι και ισχυρίζεται πως
είναι πια πιστή σ΄ έναν απερίσκεπτο
που θέλει να την κάνει ευτυχισμένη.

Τι ανοησίες είναι αυτές!
Το ξέρουμε καλά κι οι δυο μας, η ευτυχία
είναι μόνο για δειλούς και αφελείς.
Σπατάλησε το τεράστιο της ταλέντου,
ίσως και να ξεπερνούσε τη Σύλβια Πλάθ.

Κι εγώ, τι έχω απογίνει; Ακόμα
προσποιούμαι πως είμαι τροβαδούρος.
Τα χαμένα μας χαρίσματα:
Χρειαζόμασταν τον πόνο ο ένας του άλλου
για να ανθίσει η τέχνη μας.

Κάθε πρωί κατακρίνω τον εαυτό μου,
η ποίηση δεν είναι σοβαρό επάγγελμα.
Ίσως θα ‘πρεπε να γίνω άντρας σοβαρός
με κύρος, δύναμη και πλούτο.

Όμως πάντοτε το ίδιο συμβαίνει.
Όταν πέφτει η νύχτα φοβάμαι
μήπως έχω γίνει φρόνιμος.
Η μοίρα μου ήταν πάντοτε να ζω
μέσα στο μάτι του κυκλώνα.

Φορώντας τη βενετσιάνικη μου μάσκα
ανεβαίνω στη σκηνή με παθιασμένο
στόμφο, ένας ηθοποιός, extraordinaire.
Κι όμως κάθε μέρα, βυθίζομαι βαθιά
στο συγχυσμένο γνώριμο της κόσμο
κι ο κύκλος πάλι αρχίζει απ’ την αρχή.

Ήμουνα στ’ αλήθεια ο κύριος σκηνοθέτης;
Έγραψα το σενάριο, συγκέντρωσα ένα θίασο
με ερασιτέχνες ηθοποιούς,
μα τώρα η ταινία είναι στο μοντάζ.
Ο μοντέρ έχει στο μυαλό του μια άλλη ιστορία.


Αυτό το ποίημα είναι μέρος της συλλογής
 Μωσαϊκά

Read the English version of this poem at The Director

Λίγα λόγια για το ποίημα… 

Ποιήματα Απελπισίας: Ο Σκηνοθέτης ως αλληγορία επιλογής, τέχνης και απώλειας

Το ποίημα Ο Σκηνοθέτης από τη σειρά Ποιήματα Απελπισίας δεν επιδιώκει απλώς να εκφράσει ψυχικό πόνο. Ανήκει στη συλλογή Μωσαϊκά και λειτουργεί ως στοχαστική κατασκευή όπου η απελπισία, η τοξική αγάπη, η απώλεια, η μοναξιά και η λύπη σκηνοθετούνται ως δομές που διαμορφώνουν τη συνείδηση. Δεν πρόκειται για άμεση εξομολόγηση ή για στιγμιαία θλίψη· η απελπισία μετατρέπεται σε υπόστρωμα δημιουργίας, σε πλάνο πάνω στο οποίο η τέχνη, η επιλογή και η ίδια η ζωή αλληλοκαθορίζονται. Η ένταση του ποιήματος προκύπτει όχι από την αφηγηματική δράση αλλά από την υπαρξιακή της διάσταση, εκεί που η λύπη συναντά την ανάγκη για δημιουργία.

Η αρχική εικόνα του "παρορμητικού κοριτσιού" φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να παραπέμπει σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: μια νέα γυναίκα που, καβάλα σ’ έναν κύκνο, ξέφυγε τον Παρνασσό — σύμβολο της ποίησης και της υπέρβασης. Η χρήση του ρήματος ξέφυγε υποδηλώνει ενεργή, σχεδόν ηρωική απομάκρυνση από το υψηλό ιδεώδες. Η Καλλιόπη έχει εξοργιστεί, προσδίδοντας μια μυθική, υπερβατική ένταση στο συναίσθημα· η θεότητα και το ιδανικό της τέχνης συνυπάρχουν με την ανθρώπινη δράση, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και συμβολισμού.

Η ηθική απώλεια και η υπόσχεση πίστης σε έναν απερίσκεπτο άντρα, που ισχυρίζεται ότι θέλει να την κάνει ευτυχισμένη, δημιουργούν αμφιβολία και ένταση· η τοξική αγάπη συνυπάρχει με την ελπίδα, αλλά με τρόπο που αμφισβητεί τη δυνατότητα πραγματικής ευτυχίας. Η φράση ισχυρίζεται πως αφήνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αλήθεια των λεγομένων, διατηρώντας μια ατμόσφαιρα ανασφάλειας και επιτήδευσης. Η ευτυχία εμφανίζεται ύποπτη· όχι επειδή είναι ανέφικτη, αλλά γιατί συγκρούεται με την ένταση που απαιτεί η τέχνη.

Ωστόσο, η ανάγνωση του κοριτσιού ως συγκεκριμένου προσώπου δεν είναι η μόνη δυνατή. Το ποίημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πιο αφηρημένης ερμηνείας. Το "παρορμητικό κορίτσι" μπορεί να ιδωθεί ως ενσάρκωση μιας εναλλακτικής ζωής, ενός δρόμου όπου ο καλλιτέχνης επιλέγει σταθερότητα, κοινωνική ασφάλεια και συναισθηματική λογική, εγκαταλείποντας την ένταση και τη μοναξιά που απαιτεί η δημιουργία. Σε αυτό το επίπεδο, το κορίτσι δεν είναι Άλλη· είναι δυνατότητα, μια εκδοχή του εαυτού που απορρίπτει τη ριψοκίνδυνη διαδρομή της τέχνης υπέρ μιας πιο "λογικής" ευτυχίας. Η δυνατότητα αυτή δεν εμφανίζεται ως ιδανική, αλλά ως πειρασμός και παράλληλα ως απώλεια.

Η δεύτερη στροφή υπογραμμίζει την άρνηση αυτής της εναλλακτικής ζωής. Η ευτυχία χαρακτηρίζεται κατάλληλη μόνο για “δειλούς και αφελείς”, όχι από ηθική περιφρόνηση αλλά από οντολογική διάσταση· η απελπισία εδώ είναι συνειδητή επιλογή και όχι συνέπεια αποτυχίας. Η αναφορά στη Σύλβια Πλάθ λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για το τι μπορεί να γεννηθεί όταν η λύπη δεν αποφεύγεται, αλλά καλλιεργείται και μετασχηματίζεται σε λόγο. Η απώλεια του ταλέντου γίνεται τραγική όχι γιατί στερεί δόξα, αλλά γιατί ακυρώνει τη δυνατότητα να εκφραστεί δημιουργικά η λύπη.

Στην τρίτη στροφή, το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται προς τον εαυτό του. Η εικόνα του τροβαδούρου χωρίς τραγούδι είναι αυτοειρωνική και βαθιά στοχαστική· η φωνή υπάρχει, αλλά δεν παράγεται. Τα χαμένα χαρίσματα δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν της σχέσης αλλά και στο παρόν της δημιουργίας. Η τέχνη χρειάζεται σύγκρουση, μοναξιά και ακόμη και την τοξική αγάπη του άλλου για να ανθίσει· χωρίς αυτές, η δημιουργία παραμένει ελλιπής.

Η τέταρτη στροφή εισάγει το μοτίβο της κοινωνικής κανονικότητας. Η ποίηση χαρακτηρίζεται μη σοβαρό επάγγελμα, και η σκέψη της μεταμόρφωσης σε άντρα με κύρος, δύναμη και πλούτο προβάλλει ως υποθετική διέξοδος. Η σοβαρότητα δεν προσφέρει λύση· αντιθέτως, σηματοδοτεί απώλεια ταυτότητας. Η εγκατάλειψη της τέχνης συνεπάγεται παραίτηση από τη δυνατότητα να βιωθεί η λύπη και η μοναξιά ως δημιουργική κατάσταση, και κατά συνέπεια απώλεια του ίδιου του πυρήνα της ποίησης.

Η πέμπτη στροφή εμβαθύνει το δίλημμα της λογικής. Ο φόβος μήπως έχω γίνει φρόνιμος δεν αφορά παρά την εξημέρωση της δημιουργικής έντασης. Η μοίρα του αφηγητή είναι να ζει "στο μάτι του κυκλώνα", σε έναν χώρο όπου η ένταση δεν εξαντλείται αλλά διατηρείται. Η μοναξιά εδώ δεν είναι παθητική· είναι αναγκαία για τη συνέχιση της καλλιτεχνικής διαδικασίας, όπως και η τοξική αγάπη για την τροφοδότηση της δημιουργίας.

Στην προτελευταία στροφή, το προσωπείο μετατρέπεται σε εργαλείο θεάτρου. Η βενετσιάνικη μάσκα υποδηλώνει απόκρυψη και επίγνωση του ρόλου· ο αφηγητής ανεβαίνει στη σκηνή με παθιασμένο στόμφο, ένας ηθοποιός, extraordinaire, μόνο για να βυθιστεί ξανά στο συγχυσμένο, γνώριμο κόσμο της άλλης. Η επανάληψη είναι κεντρική: ο κύκλος συνεχίζεται, η τοξική αγάπη λειτουργεί ως μηχανισμός επιστροφής στην απελπισία, τη μοναξιά και τη λύπη.

Το ποίημα ολοκληρώνεται με τη μεταφορά του κινηματογράφου: ο αφηγητής αμφισβητεί αν υπήρξε ποτέ ο πραγματικός σκηνοθέτης. Παρότι έγραψε το σενάριο και συγκέντρωσε το θίασο, η ταινία βρίσκεται πλέον στο μοντάζ. Ο μοντέρ, ως απρόσωπη δύναμη, κρατά μια διαφορετική ιστορία στο μυαλό του. Η απώλεια εδώ δεν αφορά μόνο τον έρωτα αλλά και την αφήγηση του εαυτού, τον έλεγχο της δημιουργικής διαδικασίας και την ίδια την αίσθηση της τέχνης.

Στον Σκηνοθέτη, τα Ποιήματα Απελπισίας δεν προσφέρουν λύτρωση, αλλά κατανόηση. Η απελπισία, η τοξική αγάπη, η απώλεια, η μοναξιά και η λύπη δεν θεραπεύονται· μετατρέπονται σε συνθήκες σκέψης και δημιουργίας. Ίσως αυτό είναι το μόνο είδος ελέγχου που μπορεί να διεκδικήσει ο ποιητής: όχι πάνω στη ζωή, αλλά πάνω στη μορφή της. Η αναγνώριση αυτής της δυναμικής καθιστά το ποίημα ένα υποδειγματικό έργο της σειράς, όπου η ένταση, η απελπισία και η τοξική αγάπη αποκτούν διαρκή και πολυεπίπεδη σημασία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου